Σαν τα σεντόνια των άλλων ανθρώπων

κάποτε,
βρέθηκα παιδί σχεδόν, δεκαεννιά σκάρτα,
τελείως χαμένο
στα χακί
στο ματόχαντρο του δαίμονα
γύρω μου θάλασσα
κομμένοι οι δρόμοι της επιστροφής

με έβγαλε νύχτα
ένας φίλος
ούτε το όνομά του δεν θυμάμαι

μεθύσαμε άσχημα
σε ένα ροκάδικο
κι έπειτα στα κωλόμπαρα
χωρίς πολύ να μιλάμε

δεν έβλεπα μπροστά μου
περπατούσαμε στα στενά σοκάκια
τα κόκκινα φώτα στις χαμηλές πόρτες
καρφώθηκαν μέσα στο κρανίο μου

με έσπρωξε σε ένα από τα σπίτια
ανέβηκα μια σκάλα ξύλινη
στενή, πιο στενή από άνθρωπο,
καμπούριασα, στο ένα πλευρό
μα χώρεσα με τα πολλά
το ανάστημά μου διπλωμένο

κι έχει ένα πατάρι μικρό
έναν καναπέ βελούδινο φθαρμένο
ταβάνι που ψυχορραγεί
ασπρισμένα ντουβάρια
παράθυρο πουθενά
κόκκινο μέσα το φως
άδειο το μαγαζί

πρώτα ο μικρός, είπε ο φίλος

πήγα

ρώτησε από πού είμαι
της είπα
Κοκκινιά, Νίκαια, Πειραιά
βγαλ’ τα, μωρό μου

γυμνός ξάπλωσα στο κρεβάτι
είχε ένα σεντόνι κανονικό
σαν των άλλων ανθρώπων
με μικρά λουλουδάκια
που έβλεπα συχνά
στα ξένα εξοχικά ή
στο κρεβάτι του παππού
ή σε βρεφικά κρεβάτια

ήρθε κι εκείνη
δεν πεινούσα, δεν διψούσα
δεν έκλαιγα
δεν ήθελα
μα έξω ήταν ο φίλος
τι θα του έλεγα

πήρε να παίζει
το πουλί μου
εγώ αόριστα σκεφτόμουν
πώς στο σουλούπι έφερνε
στη μάνα μου
ίσως τα μαλλιά
ίσως τα σκούρα μάτια
μόνο που ‘τανε νεκρά
κι αυτό κάπως βοηθούσε
δεν είχα δει ακόμα νεκρά
της μάνα μου τα μάτια

τώρα πια δεν βοηθάει ούτε αυτό

με καβάλησε πριν το καταλάβω
λίγο μετά ξεπέζεψε
σκουπιζόταν

«αχ, εσείς τα φανταράκια
μου ‘ρχεστε έτσι μαλακογκαύλικα
τι στο καλό πίνετε τόσο πριν έρθετε
εδώ;»

κόκκινη μέσα στο δωμάτιο
ντυνόταν
κόκκινος μέσα στο αίμα
ντυνόμουν
δεν της είπα
πώς αλλιώς θα ερχόταν ένας άντρας
πρόθυμος να πληρώσει την ανοχή;
μα το ‘θελα

πόσο κάνει;
πέντε χιλιάρικα, μωρό μου

τα έδωσα. βγήκα λιγότερος.

αυτό ήταν; θα τη γαμήσω τη μαλακισμένη
που σε ξεπέταξε.
μπήκε. τη γάμησε τη μαλακισμένη.

καλά της έκανε.
η σκάλα με χωρούσε τώρα
άνετα βγήκα στο ύψος
του αναστήματός μου

ήπια μετά, σαν τρελός ήπια χαϊδεύοντας
τους μαστούς της λήθης, καυλωμένος,
σκληρός πέτρα, να ξεχάσω.

Ε, λοιπόν, όλα τα θυμάμαι:
τη μονάδα μου, τα χρόνια, το ροκάδικο,
τα ποτά, το σπίτι, το φως, την πουτάνα,
το σεντόνι, το μαλακό καυλί μου, τη
μάνα μου, τον φίλο μου…
ρε, πώς τον έλεγαν να δεις
να σκάσω είμαι!

2 σκέψεις σχετικά με το “Σαν τα σεντόνια των άλλων ανθρώπων

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s