25. Η άγρια ερημιά της Τυτώ Άλμπα

«Πώς καταλήξαμε σ’ αυτή την ερημιά, Τυτώ Άλμπα;»

Στάθηκε στην κορυφή του λόφου σέρνοντας τις βαριές του μπότες πάνω στο κοκκινόχωμα. Γύρω του απλωνόταν η χαώδης έκταση της κοιλάδας του Δάντη, διαβαθμίσεις αργιλοπηλώδους χώματος, κυματισμοί μίας ματωμένης μοναξιάς, βάτα εδώ κι εκεί άπλωναν ξερά κλαδιά προς έναν κόκκινο ουρανό, έμοιαζε να πνίγει τον ήλιο στη σκόνη και την ιριδίζουσα εκπνοή της Ιθάκης που  ακουγόταν σταθερά προς την ακτή, πέρα μακριά, εκεί που ο άνεμος σταματούσε απότομα, η θάλασσα βάφονταν με το χρώμα του πηλού και ο ορίζοντας εξαφανιζόταν πίσω από την καταχνιά της μέρας.

«Θυμάσαι, Τυτώ Άλμπα, πριν κάποια χρόνια τα Φερόε; Θυμάσαι τις εφημερίδες και εκείνες τις φωτογραφίες με το αίμα των χιλιάδων δελφινιών σε εκείνον τον κόλπο; Εγώ τότε, κοιτάζοντας τη σφαγή έφερνα στον νου μου τους Τρώες κι απ’ όλους, περισσότερο τον Αστυάνακτα. Να», είπε και σήκωσε το χέρι δείχνοντας προς την ακτή, «η θάλασσα του Μέλβιλ θυμάται τους φονιάδες της. Η θάλασσα καταπίνει τη στεριά. Πήρε το χρώμα του Σκάμανδρου ή ο Σκάμανδρος βρήκε τρόπο να εκδικηθεί για το αίμα των Τεύκρων.»

Έτριψε τα μάτια του για να τα καθαρίσει από τη σκόνη, γύρω του ανέμιζαν στις ριπές του ανέμου τα κουρέλια που είχε με τα χρόνια, το ένα πάνω στο άλλο, τυλίξει γύρω από το κεφάλι του προσπαθώντας να προστατευθεί από τον Βουβό Ήλιο. Έγραφε με μαύρο μαρκαδόρο πάνω στις λωρίδες των υφασμάτων λέξεις, στίχους και παραγράφους από διάφορα βιβλία που έβρισκε καθώς περιδιάβαινε τους δρόμους της Σμαραγδένιας Πόλης, πριν αυτή καταποντιστεί στο Ρήγμα. Τώρα είχαν πια ξεθωριάσει, λέξεις ανέμιζαν στον άνεμο και χάνονταν κάτω από τη σκόνη.

Ξεκίνησε να κατεβαίνει την πλαγιά στηρίζοντας το βάρος του σακάτικου ποδιού του στο τελευταίο κλαδί από το χαμένο Νορβηγικό Δάσος.

«Εκείνο το ποίημα δεν σου το διάβασα ακόμα, Τυτώ Άλμπα», μουρμούρισε, «η θύελλα σάρωσε το σημειωματάριό μου τη νύχτα στο υψίπεδο Κάρβερ, ο άνεμος θα έχει μεταφέρει τις σελίδες του τώρα πια πέρα από τον ποταμό Μποντλέρ, αλλά μην ανησυχείς», συνέχισε καθώς περπατούσε με κόπο, «έχουν απομείνει ακόμα λίγα κουρέλια με λέξεις γύρω από το ταλαιπωρημένο μου κρανίο, είμαι σίγουρος, σίγουρος όπως σε βλέπω και με βλέπεις, Τυτώ, ότι κάπου εκεί έχω γραμμένο τον στίχο που έψαχνα προχθές.»

Πλησίαζε τώρα στην ακτή, πέρα από τις κόκκινες Αμμοθίνες του Παμούκ απλωνόταν φιδίσια η ακτή, έβλεπε πια καθαρά, πνιγμένο μέσα στον σκονισμένο άνεμο τον όρμο Κέιν να διαθλάται κάτω από τη ζέστη και πιο δίπλα τον Κάβο Μπρεχτ ριγμένο, θαρρείς, κατευθείαν από τη μήτρα της μάνας γης μέσα στο στόμα του θανάτου. Ο φάρος του Καβάφη ήταν πάντα εκεί, σβηστός από την τελευταία μεγάλη καταιγίδα που σάρωσε την ακτογραμμή του, μα πάντως άθικτος.

Τη θεωρούσε δική του, αυτή την ακτογραμμή. Ήταν άλλωστε ο μοναδικός που περπατούσε ακόμα αυτή την ερημιά. Με εξαίρεση, βέβαια, την Τυτώ Άλμπα που τον ακολουθούσε από τότε που ήταν ακόμα παιδί και ο κόσμος δεν είχε πνιγεί στις αναθυμιάσεις και το χώμα. Ήρθε απρόσκλητη μία μέρα όταν ήταν εννιά χρονών και κρύφτηκε στις σκιές του παιδικού κρεβατιού του. Όταν έγινε δεκαέξι πήρε τη θέση της στο πλευρό του χαμογελώντας γλυκά και ψεύτικα. Δεν τον άφησε από το άγρυπνο μάτι της ποτέ. Ούτε όταν όλα χάθηκαν στη σκόνη.

Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ξεκίνησε ο χαμός. Πότε άδειασε ο κόσμος και τι είχαν απογίνει οι άνθρωποι που αγάπησε. Κάποιοι ήταν σε μέρος ασφαλές, στο Κοιμητήριο της Πρέβεζας, σε ξεχωριστό μνήμα ο καθένας, άλλος στο Gala, άλλος σε μία δέσμη από τριαντάφυλλα, άλλος στην Αισιοδοξία. Ασφαλείς, τους έβρισκε πάντα στη θέση τους, πάντα απείραχτα τα μνήματα από την πνοή του ανέμου και το στροβιλισμό της σκόνης. Οι υπόλοιποι, πού είχαν χαθεί; Όσοι πέρασαν, χαμογέλασαν, πλήγωσαν, ήπιαν μαζί του και συνέχισαν το πρωί με το ωράριο του γραφείου και τις υποχρεώσεις των παιδιών; Τα παιδιά; Πού είχαν πάει τα παιδιά;

«Θυμάσαι πώς αστράφτει το γέλιο ενός παιδιού, Τυτώ Άλμπα;», ρώτησε αφηρημένα. «Θυμάσαι ή είσαι πολύ όμορφη, πολύ θελκτική για να δεις πίσω από το είδωλο του καθρέφτη το παιδί; Τυτώ, στις εξοχές βόρεια του Τζέιμς Μπάρι έχω ακούσει πως τα παιδιά δεν μεγαλώνουν ποτέ. Δεν γίνονται θελκτικά, δεν γίνονται όμορφα. Κι αυτό τα κάνει ανεκτίμητα. Ποιος ξέρει; Ίσως όταν βρούμε την Ιθάκη (την ακούω καθαρά τώρα), να την καταστρέψουμε και όλο αυτό να τελειώσει. Ίσως η Υψικάμινος να πέσει και το φως να αποκατασταθεί. Μπορεί τότε να επιστρέψουν ξανά οι άνθρωποι και όλες οι ωραίες μουσικές του παιδικού γέλιου, τι λες;»

Είχε φτάσει πια στην άκρη του κόσμου. Πίσω του εκτεινόταν η κοιλάδα του Δάντη, οι άγριες οροσειρές του Ομήρου, οι Σολομώντειοι λόφοι κι ανάμεσά του το χάλκινο σώμα του Σκάμανδρου χάραζε τις Σαχτούριες πεδιάδες  πριν εκβάλει στο Δέλτα της Αφροδίτης, λίγο έξω από τον κόλπο Λε Γκεν. Το Ρήγμα του Μάρα είχε καταπιεί μεγάλο μέρος του κόσμου, όλες τις πόλεις, όλη την τέκνο και τους τσάρους του παλιού καιρού. Μα γύρω του είχαν ξεπροβάλλει νέοι γεωλογικοί σχηματισμοί: ο μονόλιθος του Μπέκετ και η Στήλη της Γυναίκας του Λωτ ξεχώριζαν από απόσταση σαν μορφές Κυκλώπων στο ημίφως.

«Ήταν κάποτε όμορφη αυτή η ερημιά, δεν νομίζεις, Τυτώ;», ρώτησε χωρίς να πάρει απάντηση μα έτσι κι αλλιώς δεν περίμενε κάτι διαφορετικό. Η Τυτώ Άλμπα ήταν μουγκή εκ γενετής κι ό,τι είχε να του πει του το έλεγε χαράζοντας το δέρμα του αριστερού χεριού του με τα νύχια. Κάποτε έσταζε το αίμα στα μάρμαρα και άφηνε ανεξίτηλα σημάδια τα οποία αργότερα, τρώγοντας ένα ελαφρύ δείπνο ή πίνοντας βαριά ποτά, προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει. Σπάνια τα κατάφερνε. Η Τυτώ Άλμπα ήταν, εκτός από μουγκή, και ημίτρελη. «Μα, το βλέπω, η σκόνη της Μεγάλης Εκπνοής κατακάθεται πάνω στον τόπο μου όπως κατακάθεται η σκόνη πάνω στους τόμους κλειστής βιβλιοθήκης. Τη θυμάσαι, Τυτώ, τη μέρα που άφησε η Γη τη Μεγάλη Εκπνοή; Θυμάσαι τη μέρα που η Ιθάκη όρθωσε την Υψικάμινο; Ξεχνώ, καλή μου Τυτώ Άλμπα, ξεχνώ κι αυτό με τρομάζει. Απ’ την άλλη, να ξεχνάς ίσως είναι να ελπίζεις.»

Στην άκρη του κόλπου φαινόταν τώρα καθαρά. Η Ιθάκη ασθμαίνοντας κινούσε τα γρανάζια στα έγκατα αυτής της γης και η Υψικάμινος ξερνούσε σκόνη και οπιούχα αέρια κρύβοντας τον ήλιο, βάφοντας κόκκινο τον ήλιο, φτιάχνοντας από τον Λευκό Γίγαντα ένα Βουβό, Πολυτραγουδισμένο Άστρο. Στάθηκε στη βάση της. Του φάνηκε πρόχειρο το θεμελίωμα μα ήταν μπροστά του θεόρατη, εκατοντάδες μέτρα ψηλή, κόκκινο τούβλο πάνω στο κόκκινο τούβλο και στους αρμούς μικρά πετραδάκια, χρωματιστά γυαλάκια στρογγυλεμένα από τη θάλασσα και τον άνεμο, κόκκοι ξανθωπής άμμου, χλωρά φύλλα, κοχύλια σπάνια πια των Σεφερικών σπηλιών και αποτσίγαρα.

«Τυτώ Άλμπα, νομίζω πως έφτασε η στιγμή που περιμέναμε. Η Ιθάκη θα συντριβεί κάτω από το βάρος της κατάρρευσης αυτού του πανέμορφου φουγάρου. Θα αλλάξουμε τον κόσμο, Τυτώ. Θα τα κάνουμε ξανά όλα, όπως πριν. Και νομίζω ξέρω τον τρόπο, αυτό το Τιτάνιο φουγάρο, ο Πυλώνας της Γης, να καταρρεύσει», είπε και γονάτισε μπροστά στην Υψικάμινο. Το έδαφος έτρεμε από τους στροφάλους της Ιθάκης, οι καπνοί πύκνωναν γύρω του, η θάλασσα βαμμένη κόκκινη, το χώμα πνιγμένο στον άργιλο και τον πηλό της Πρώτης Εβδομάδας, ο άνεμος έφτιαχνε δίνες και σήκωνε τη σκόνη, ο Βουβός Ήλιος πίσω από το πέπλο, τα κουρέλια του ξεθωριασμένα, οι λέξεις σπαρταρούσαν εκεί που το κύμα έγλειφε την άμμο, αυτός στα γόνατα. «Μα πρώτα, πριν την Συντέλεια, εκείνο το ποίημα που σου χρωστάω. Λάβε, Τυτώ Άλμπα:

‘’Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,

Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη,

Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,

Ποῦ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:

Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα‘’*

«Βλέπεις, Τυτώ μου; Το θυμήθηκα, Τυτώ! Δεν χάθηκαν όλα! Κι απ’ όλα περισσότερο, έτσι όπως θα βάλω τέλος σ’ αυτό το εφιαλτικό σκηνικό των σελίδων, λυπάμαι που θα χάσω εσένα, Τυτώ Άλμπα. Εσένα, θανατοπούλι μου», είπε και κοίταξε γύρω του ψάχνοντας με το βλέμμα. Μόνο η ερημιά κυριαρχούσε σ’ αυτή τη γη. Κι ήταν ολότελα μόνος, σφιχτά πατώντας πάνω στην Ιθάκη.

Αργά, με μία αποφασιστικότητα που δεν επέτρεπε αμφισβήτηση, άπλωσε το χέρι πάνω στο γιγαντιαίο οικοδόμημα και με τη βεβαιότητα του αλάνθαστου, τράβηξε ένα μικρό πετραδάκι, κοινό, ίδιο με χιλιάδες άλλα, από το τοίχος της Υψικαμίνου.

«Τούτο εδώ, είναι δικό μου», είπε και έκλεισε τα μάτια για να ακούσει καθαρά, όλες τις όμορφες λέξεις, όλες τις ασύλληπτες λέξεις που πρόφεραν τα συντρίμμια καθώς έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο και χάνονταν στη σκόνη.

Όταν τελείωσαν οι ιστορίες, ο βόμβος της Ιθάκης είχε χαθεί, το ένοιωσε στα σωθικά του και ήταν βέβαιος πως με την πτώση της Υψικαμίνου, μόλις άνοιγε τα βλέφαρα θα αντίκριζε τον ουρανό γαλάζιο και φωτεινό, τα σύννεφα γοργά στο στερέωμα, την αμμουδιά χρυσή και τη θάλασσα, άγρια, φουρτουνιασμένη, μπλε Μαινάδα.

Χαμογέλασε. Και ανοίγοντας αργά τα μάτια, το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό του. Η κοιλάδα του Δάντη παρέμενε ίδια και εφιαλτικά απαράλλαχτη. Κάπου στα βάθος, πέρα από το φαράγγι του Μπράντμπερι, εκεί που το Σαπφικό ρέμα συναντά το Σοφόκλειο Βάραθρο, αναγνώριζε έναν αμυδρό ήχο να φτάνει ξανά ως τα τρίσβαθα του κορμιού του, έναν σταθερό, επαναλαμβανόμενο βόμβο και στο βάθος, πέρα μακριά προς τη λοφοπλαγιά του Φώκνερ, έβλεπε αχνά μία λεπτή, πανύψηλη Υψικάμινο να εκτοξεύει στην ατμόσφαιρα σκόνη και αναθυμιάσεις.

Σηκώθηκε αργά.

«Λοιπόν, Τυτώ Άλμπα…», είπε και στηρίχθηκε στο ραβδί του, «τουλάχιστον έχω εσένα μέσα σε αυτή την ερημιά».

Έκανε το πρώτο αβέβαιο βήμα.

«Και μερικά κουρέλια ακόμα τυλιγμένα γύρω από το ταλαιπωρημένο μου κρανίο. Πάμε. Η κοιλάδα περιμένει. Η σκόνη όχι.»

*Το ποίημα είναι γραμμένο από τον Διονύσιο Σολωμό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s