7 γραπτά σε μία φωτογραφική σπουδή των μικρών σιτοβολώνων

«Λιπάσματα»

Πέρασε Ιούνης
στα κοντά του αιώνα
με τα ζώα εμπρός
τον ζευγολάτη στο άροτρο
κι όπως τα μέταλλα
χαράζανε το χώμα
το έβρισκαν βαθιά πληγωμένο
και μέσα στις πληγές δεκάδες
νάρκες εγγλέζικες
για άρματα και ερπυστριοφόρα
κορμιά αντρών που πέρασαν και πάνε

πέρασε Ιούνης που έπεφταν
νεκροί αγρότες και μουλάρια
μέσα στα χωράφια
κι ίσως το αίμα εξηγεί
γιατί έχει τώρα
μια γλύκα το ψωμί
μαζί κι αρμύρα
που δεν σου πάει ν’ αφήσεις
μπουκιά αφάγωτη

τέτοιο είναι το λίπασμα
για τον σιτοβολώνα
τέτοιο είναι το στάρι
πού βγάζει αυτός ο τόπος.

Μα πάλι, το ίδιο μοιάζει
με του κάθε τόπου.

Ίσως αν αλλάζαμε καλλιέργεια
δεν ξέρω
ίσως αν λιπάσματα αλλάζαμε
πού να μη βογκούν όπως
τα τραβά στα τρίσβαθα το χώμα
ίσως, ακόμα, το άροτρο να φταίει
μπορεί, μπορεί

να ‘ τανε τώρα περισσότερα
στόματα
χορτάτα
γύρω από ετούτο το τραπέζι.


«Χωρίς να ρωτάνε»

Κάθε τόσο
μία μικρή παπαρούνα
φυτρώνει

ανάμεσα
στις στέρεες παρατάξεις
των αγρών

όπως κάνουν
οι εμπνευσμένες σκέψεις μας
και όλες

οι μάταιες
ελπίδες των τρυφερών
ερώτων.

Οι σιτοβολώνες το ξέρουν καλά:

Τα οπιούχα φυτρώνουν πάντοτε
εκεί που δεν τα σπέρνεις.


«Θεριστής»

Μέσα μου κατοικεί μόνιμα
ένας μικρός Θεριστής
που όλο ακονίζει το γυριστό δρεπάνι.
Μισθώνει ακριβώς και μετρημένα
πώς να του αρνηθώ τη στέγαση;

Από φόβο τον έχουν οι άνθρωποι
τον μικρό μου Θεριστή
έτσι κι εγώ τον κρύβω.
Άγριος είναι, λένε, δριμύς είναι
είναι απρόσιτος, λένε
λένε είναι άστατος
σκορπάει το κακό μ’ αυτή τη μαύρη
λάμα, λένε
πολύς τους, λένε είναι.

Μα εγώ δεν τους μετράω τα λόγια
και του μικρού μου Θεριστή
όλο του σπέρνω σπόρους
σε σβαρνισμένα χώματα
πού τα ‘χω καλά ξελιθισμένα
κι αυτά θεριεύουνε σπαρτά.

Εκεινος πάλι, λόγο δεν δίνει
πότε θ’ αρπάξει το δρεπάνι
μήτε κι από παροτρύνσεις, προσταγές
και παρακάλια σηκώνει τη λεπίδα.
Μόνο στο τέλος, με χέρια ματωμένα
απ’ τη δουλειά μέσα στον σιτοβολώνα
ακουμπάει στο τραπέζι μου το ψωμί
και πίσω στη σκοτεινή ζωή του επιστρέφει.
Φωνάζω τότε τους ανθρώπους.

Μη μου κακολογείται τον Θεριστή μου, παρακαλώ.
Φάτε μαζί μου.
Μα, να χαρείτε,
κρατάτε το στόμα σας κλειστό όσο μασάτε.


«Σπόρος»

Μα όπως άνοιγε ο ουρανός
είχα το βλέμμα μου στο χώμα
γέλασες τότε

«απ’ τα ψηλά κατάγομαι»

έσκυψα και φίλησα
τα στάχυα των μαλλιών σου

«πολύ χαμηλά μετοίκησες για χάρη μου»

έσκαψες μία τρύπα στο πλευρό μου
με το νύχι
φύτεψες έναν μοναδικό σπόρο
τον πότισες μ’ ένα χάδι

«είχα κι αλλού πληγές να σπείρεις»

-πλαταίνει ο σιτοβολώνας με κάθε σου γέλιο-

«αυτή εδώ θα δώσει. Οι άλλες είναι
τώρα στέρφες. Ετούτη έχει το
όνομά μου.»

Και έδωσε• και τι δεν έδωσε.


«Το σώμα»

Τρεις είν’ οι μοχλοί
όπου κινούν τον κόσμο•
το χρήμα, η δύναμη κι ο έρωτας
(αυτό το ξέρει ο καθένας)
κι εγώ είμαι ταγμένος μ’ όλη μου την
ψυχή
στον έρωτα.

Ως να στερέψει ο σιτοβολώνας
και να με πιάσει η πείνα.

Τότε αναλαμβάνει το σώμα.

Έχει δική του βούληση το
σώμα.


«Λάθος κίνητρο»

Όλα γίνονταν για το πετρέλαιο.
Μέχρι που τους τελείωσε το σιτάρι.


«Οι ρομαντικές γραφικότητες των σιτοβολώνων»

Και για να τελειώνουμε
με τις ρομαντικές γραφικότητες
των χρυσαφένιων σιτοβολώνων:

δεκάρα δεν δίνει ο πεινασμένος
για τον τρόπο που χορεύει
το σιτάρι κάτω από τον ήλιο

δεκάρα δεν δίνει ο πεινασμένος
για τον τρόπο που χορεύει
το σιτάρι κάτω από τον ήλιο

Βάλε, το λοιπόν, αυτό το φόρεμα
ή
το άλλο
ή το παραδιπλανό
ή και τίποτα•
μονάχα, έλα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s