Οι απαρηγόρητοι

Ξοδεύουμε τις μέρες μας προσπαθώντας να παρηγορήσουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και εκείνοι προσπαθώντας να παρηγορήσουν εμάς, καταφεύγουμε σε ευκολίες, ξέρετε, μικρά αστεία, ομολογίες αγάπης, σφιχτές αγκαλιές, επινοημένες διαφωνίες, μικρές συναισθηματικές εκρήξεις, ερωτικά βλέμματα, αθώα πειράγματα, ένα καλομαγειρεμένο φαγητό, ένα λευκό ψέμα, μνημόσυνα ανθρώπων που έχουν χαθεί ή χάνονται. Τέτοια πράγματα. Που περικλείουν λίγη από την ουσία που τελευταία έχουμε απωλέσει. Καταλήγουμε στο κρεβάτι να γλιστράμε ελαφρά μεθυσμένοι σε έναν ύπνο ταραγμένο, με μια ένοχη υποψία ευτυχίας που γεννά η ζεστασιά του αγαπημένου σώματος δίπλα μας. Στις 4 τα ξημερώματα όλα επιστρέφουν με κρότο μέσα μας, πεταγόμαστε από το κρεβάτι και δεν υπάρχει κανείς για να παρηγορήσουμε, κανείς να μας παρηγορήσει και ολες οι ευκολίες φαντάζουν δύσκολες μέσα στη σιωπή. Ανοίγουμε τα βιβλία μας, τα πιο φωτεινά, εκείνα που κρύβουν βαθύτερο σκοτάδι από αυτό που κυβερνά τη νύχτα, μα είναι οι ποιητές πιο νεκροί από ποτέ ή εμείς δεν τους ακούμε έτσι απαρηγόρητοι που περιμένουμε το ξημέρωμα, δεν ακούμε τίποτα πέρα από το παράπονό μας, σαν δαρμένα παιδιά που περιμένουν το χέρι που τα έδειρε να τους χαϊδέψει το πονεμένο δέρμα.

Απαρηγόρητες πόλεις. Istanbul, 2005

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s