Μία ανασκαφή θα φέρει θάλασσες

Μάζεψα τα τελευταία κοχύλια
Όλα μαζί δεν κάνανε μια χούφτα
Βάρυνε το χέρι μου
Τα έβαλα στην τσέπη ενός ρούχου
Και τώρα γέρνω απ’ την καλή μου μεριά.
Τα κουβαλάω πάνω μου
Μέσα στις πρώτες μπόρες
Στα ξερά φύλλα
Στο πρωινό σκοτάδι με τη φωνή του ανέμου
Και τα φέρνω στα χιόνια
Μέχρι που το ρούχο δεν αντέχει άλλο
Τρυπάει η τσέπη και πέφτουν
Τα παπούτσια των ανθρώπων
Τα σκεπάζουν χώμα και σκουπίδια,
Μαζί και τα δικά σου.
Κάποιος σκάβει και τα βρίσκει
Όταν όλα έχουν περάσει
Σε ένα άλλο καλοκαίρι που δεν έφτασε ακόμα
Και λέει
«εδώ κάποτε υπήρχε μία θάλασσα».
Τα κρατάνε εκστατικά στα χέρια τους
-όπως κι εγώ-
Γράφουν για αυτά πολλοί
Για το πώς βρέθηκαν στην καρδιά του βουνού
Άλλοι τόσοι
Για το πώς υπήρχαν εκεί πριν από το χειμώνα
Πριν από τον χρόνο ακόμα
Μερικοί αναλύουν τις λεπτές τους αποχρώσεις
Σε εκθέσεις πολυσέλιδες.
Όμως για το πώς γελούσες
κάθε που έβρισκες από ένα
Με το κύμα
Μπλεγμένο στους γοφούς σου
Δεν έγραψε κανείς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s